Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Για τον νέο κόσμο



Κάποτε ονειρευτήκαμε έναν κόσμο δίκαιο. Έναν κόσμο στον οποίο όλοι οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι. Μα πάνω από όλα δυνατοί. Δυνατοί κι ελεύθεροι, σαν το ένα συμπληρώνει το άλλο με έναν τόπο αυτόματο και μαγικό μα και προμελετημένο ταυτόχρονα. 
 
Ονειρευτήκαμε έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι δεν ακολουθούσαν την ιστορία, αλλά την δημιουργούσαν. Δεν χωρίζονταν σε λευκούς και μαύρους, αλλά τα πάντα γύρω τους ήταν πολύχρωμα, βαμμένα με τα πιο όμορφα και λαμπερά χρώματα. 
 
Ονειρευτήκαμε έναν κόσμο στον οποίο η ισότητα, η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη δεν ήταν απλά λέξεις. Ήταν βίωμα, που έβγαινε αβίαστα στους ανθρώπους. Και εκείνοι μιλούσαν όλες τις γλώσσες του κόσμου αυτού. Έπλαθαν ιστορίες για τους ανθρώπους του μέλλοντος και μιλούσαν για τον εαυτό τους σαν όλοι.
 
Μέσα στην παραζάλη των ονείρων μας βλέπαμε ανθρώπους που ζούσαν, έχοντας απαλλαγεί προ πολλού από την αγωνία της επιβίωσης. Ανθρώπους χαρούμενους. Ανθρώπους ελεύθερους. Θελήσαμε να τους αγγίξουμε για να νιώσουμε την αύρα της του συνειδητά ελεύθερου πολίτη δημιουργού. Και πιστέψαμε ότι αυτός είναι ο δρόμος εκείνων που αποζητούν την ελευθερία.
 
Ξυπνήσαμε και προσπαθήσαμε να χτίσουμε έναν δίκαιο κόσμο. Για κάποιον ακατανόητο λόγο, ξέραμε ότι θα ήταν κάπως δύσκολο. Μα η πολλή μας η αγάπη μας έδειχνε ότι αυτός ο κόσμος έπρεπε να γίνει δικός μας. Όλων μας.
 
Μα όταν προσπαθούσαμε μάταια να χτίσουμε καινούριους κόσμους, δεν βλέπαμε τον κόσμο στον οποίο ζούσαμε. Τον αφήναμε πίσω κι αυτό ήταν αρκετό. Πώς όμως να νιώσουμε δυνατοί, όταν γίναμε ξένοι σε τούτο τον κόσμο;
 
Ποιος μας ακολούθησε; Ποιος μοιράστηκε την αγωνία που κατέτρωγε τις νύχτες μας; Και ποιος στάθηκε δίπλα μας όταν καμιά φορά –σαν άνθρωποι κι εμείς–  λυγίζαμε; Γιατί ήμασταν τόσο μόνοι στα όνειρά μας γι αυτόν τον καινούργιο κόσμο;
 
Είδαμε ανθρώπους να μας κοιτούν με φθόνο. Αν κάποιος από αυτούς ήταν λίγο πιο κοντά μας, αμφέβαλλε. Πολλές φορές είδαμε να στέκονται απέναντί μας σκυλιά, ένστολους και δικαστές, αλλά αυτοί την δουλειά τους κάνουν… Οι άνθρωποι όμως; Αυτοί γιατί ήταν απέναντί μας; Δεν θέλαμε να χτίσουμε έναν κόσμο για εμάς. Ούτε να τον χτίσουμε μόνοι μας.
 
Είδαμε κόσμο να προσπαθεί να μας εμποδίσει. Είδαμε φιλήσυχους, πειθήνιους και άλλους από αυτούς τους οικειοθελείς δούλους. Οι πιο μετριοπαθείς αναρωτιόνταν τι θέλουμε και μπλεκόμαστε. Οι πιο άτολμοι μας επεσήμαναν ότι αναζητούμε την ουτοπία. Το έλεγαν μάλιστα με τόση πίστη λες και ήξεραν τι σημαίνει ουτοπία.
 
Κι εμείς εκεί, πορευόμασταν σαν νέοι Δον Κιχώτες. Μόνοι ανάμεσα σε όλους, χαμένοι στην ρομαντική μας πλάνη, παλεύοντας με τους απατηλούς εχθρούς μας. Ψάχναμε για το δίκαιο και καταλήξαμε να αδικούμαστε.
 
Νιώσαμε ότι αφήσαμε πίσω το παλιό κι όμως φτάσαμε εκεί που ήμασταν, χαρούμενοι για το ταξίδι, πικραμένοι για την ηττοπάθειά μας. Επιστρέψαμε με σκυμμένα κεφάλια πίσω στον παλιό γνώριμό μας κόσμο, έτοιμοι να ζήσουμε όπως πάντα ζούσαμε. Πώς να αρκεστείς όμως στο κακό όταν έχεις δει το καλύτερο;
 
Μα για να φτιάξεις μια νέα κοινωνία, θέλεις την παλιά μαζί σου. Πώς να χωρέσουν όλοι σε μέσα σε μια χούφτα ανθρώπων; Δεν νιώθουν όλοι την αναγκαιότητα της ελευθερίας. Μια τηλεόραση κι ένα εγκεκριμένο καταναλωτικό δάνειο μοιάζει τελικά πιο εύκολο και αποδοτικό από την οικοδόμηση του νέου κόσμου. Εμείς πάντως θα συνεχίσουμε να υφαίνουμε το νήμα που οδηγεί στην ελευθερία.
 
Αρ.Κων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου